ἐφελίσσω

ἐφελίσσω (only in form [full] ἐπε( [full] ι) [pref] λ-; [tense] aor. 1 part. ἐπειλίξας dub. in D.23.161 (iii p.lxxxviii Blass), but found in Gal.18(2).7):—
A roll up, τὸ μεταξὺ τοῦ βιβλίου, i.e. skip . . , Gal. l. c.:—[voice] Med., wriggle behind one,

οὐρήν Nic.Th.220

:—[voice] Pass., to be rolled up,

ἐπείλικτο ὥσπερ τὰ βιβλία Paus.4.26.8

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εφελίσσω — ἐφελίσσω (Α) (μόνο στον τ. επε(ι)λίσσω*) 1. περιτυλίγω 2. μέσ. ἐφελίσσομαι σύρομαι, στριφογυρίζω πίσω από κάποιον 3. παθ. τυλίγομαι, περιτυλίγομαι («ἐπείλικτο ὥσπερ τὰ βιβλία», Παυσ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ἑλίσσω] …   Dictionary of Greek

  • ελίσσω — και ελίττω (AM ἑλίσσω και ἑλίττω Α και ἐλίσσω και εἰλίσσω και εἱλίσσω) 1. περιστρέφω, περιτυλίσσω 2. ελίσσομαι α) ακολουθώ κίνηση με ελιγμούς β) περιστρέφομαι, συσπειρώνομαι, κουλουριάζομαι νεοελλ. ελίσσομαι 1. είμαι ευέλικτος στις κινήσεις και… …   Dictionary of Greek

  • επειλίσσω — ἐπειλίσσω (Α) ιων. τ. αντί εφελίσσω* περιτυλίγω, στρέφω σπειροειδώς, περιελίσσω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.